ἑπτάκλινος

ἑπτά-κλῑνος, ον,
A with seven couches or beds,

οἶκος Phryn.

Com.66, X.Smp.2.18 ;

κοιτών Callix.

I; and without οἶκος, Tim.Com.I ; θὲς ἑπτάκλινον place seven seats, Eub.121 ; τὸ δέρμα κατέχει εἰς ἑ. ἀποταθέν provides sitting-room for seven, Arist.HA630a22 : hence, as a measure of area, Ph.Bel.80.48.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επτάκλινος — ἑπτάκλινος, ον (Α) [κλίνη] αυτός που έχει επτά κλίνες ή ανάκλιντρα (α. «οἶκος ἑπτάκλινος», Ξεν. β. «κοιτών ἑπτάκλινος», Καλλίξ.) 2. φρ. «θές ἑπτάκλινον» τοποθέτησε καθίσματα για εφτά 3. μέτρο εμβαδού …   Dictionary of Greek

  • ἑπτάκλινος — ἑπτάκλῑνος , ἑπτάκλινος with seven couches masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπτάκλινον — ἑπτάκλῑνον , ἑπτάκλινος with seven couches masc/fem acc sg ἑπτάκλῑνον , ἑπτάκλινος with seven couches neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επτά — και εφτά (AM ἑπτά) (απόλ. αριθμ.) 1. ο αριθμός που αποτελείται από έξι συν μία μονάδες, ο μεταξύ τού έξι και τού οκτώ 2. χρησιμοποιείται για να δηλώσει απροσδιόριστο πλήθος, αμέτρητες φορές (α. «στό είπα εφτά φορές» β. «ὁ γὰρ ἑπτά ἀριθμός παρὰ τῇ …   Dictionary of Greek

  • οίκος — ο (ΑΜ οἶκος) 1. οικία, σπίτι (α. «έγινε κατ οίκον έρευνα» έγινε στο σπίτι κάποιου έρευνα από αστυνομικές αρχές β. «ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου», ΚΔ) 2. γένος, γενιά, οικογένεια (α. «ο οίκος τών Κομνηνών» β.… …   Dictionary of Greek

  • ἑπτάκλινα — ἑπτάκλῑνα , ἑπτάκλινος with seven couches neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπτάκλινοι — ἑπτάκλῑνοι , ἑπτάκλινος with seven couches masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.